Βρισιές στα…. αρχαία ελληνικά
Τα πολυάριθμα «βρωμόλογα» των αρχαίων Ελλήνων υποδεικνύουν ότι οι πρόγονοί μας χυδαιολογούσαν συχνότατα και αισχρότατα, ακριβώς όπως κι εμείς.
Όσοι έχουν την κακή συνήθεια να βρίζουν, αν δεν μπορούν να την κόψουν, τουλάχιστον ας προσπαθήσουν χρησιμοποιούν την αρχαία ελληνική γλώσσα για είναι λιγότερο χυδαίοι...
Αφόδευε εντός = Χέσε μέσα
Λάβε κίναιδε = Πάρ' τα π.....
Ύπαγε γαμηθείναι = Άντε γ......
Όδευε εις συνουσίαν = Άντε γ......
Λάβε τους όρχεις ημών = Πάρ' τα α...... μας
Εσύ εστί για τον πέο = Είσαι για τον π.....
Λάβε έναν αυνανιστήν = Πάρε ένα μ.....!
Κάμνω σε τι, μήτηρ; = Τι σου κάνω μάνα μου;
Άλφα τράπεζα πίστεως = Πρώτο τραπέζι πίστα
Αφόδευε υψηλά και ηγνάντει = Χέσε ψηλά κι αγνάντευε
Ίνα πέρδεις επί τοις όρχεσίν μου = Θα μου κλάσεις τα α......!
Είχον τε κνησμόν οι όρχεις μου = Και με τρώγαν τα α...... μου!
Άντε κάνε έρωτα παθητικά σερβιέτα = Άντε γ...... μ........!
Ποιώ έρωτα δια το αιδοίο της μητρός σου = Γ... το μ.... της μάνας σου
Σου συνουσιάζεται ο οίκος που διαμένεις ομοφυλόφιλε = Σου γ....... το σπίτι π.....
Ευμεγέθους σωματικής διάπλασης ατομικός εραστής = Χοντρομ......
Θα σου συνουσιάσω τον οίκο όπου διαμένεις παλιό ομοφυλόφιλε = Θα σου γ..... το σπίτι παλιόπ.....!!!
Της επιχρήμασις εκδηλωμένης γυναικός το σίδερον κιγκλίγωμα = Της π....... το κάγκελο!!!
Τα εκ μεταξίου γενόμενα εσωενδύματα εκ μεταξίου γενόμενα οπίσθια απαιτούσι = Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και μεταξωτούς κώλους
Λάβε πέντε, ω αυνανιστά (συνοδευόμενον από έκτασιν των δακτύλων της μίας χειρός) = Πάρε πέντε, ρε μ.....! (μαζί με φάσκελο)
Συγγνώμη εύειδες κοράσιον, ο σος πατήρ σακχαροπλάστης ετύγχανε ών; = Συγγνώμη κοπελιά, ζαχαροπλάστης ήταν ο πατέρας σου;
Η παλινδρομική κίνηση ισχύως επί καθέτου αξόνως, βαίνουσα συνεχώς αυξανόμενης εντάσεως και εκπέμπουσα υδάτινα βλήματα επί φανταστικού στόχου = μ......
Λαβέ ταύτα Ελισσάβετ και ποίησέ τα επί πλαισίου = Πάρτα Λίζα και κάντα κορνίζα!
Εκοπρίσθη η φοράς παρά τοις αλωνίοις = Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι
Μη μου τους όρχεις τάρατε = Μη μου πρήζετε τα α.....
Χαίρε ημάς το πλατύφυλλο = Χαιρέτα μας τον πλάτανο
Έξω κύον εκ τας οικίας = Έξω π..... απ'την μπαράκα (πρόχειρη κατοικία)
Ταύτα λαβείν μωρή νοσούσα = Πάρ' τα μωρή άρρωστη
ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΒΩΜΟΛΟΧΙΑΣ
Το μικρό αυτό λεξικό της αρχαίας βωμολοχίας δεν αποτελεί ένα αυστηρό
φιλολογικό πόνημα αλλά το σημειωματάριο ενός. πολυετούς εφήβου, ο οποίος
μάζεψε μερικές εκατοντάδες αρχαία «κακά λογάκια» και τα παρουσιάζει στους
αναγνώστες του έτσι απλά, για να σπάσουν πλάκα ή ακόμη για να φέρουν σε
δύσκολη θέση διάφορους φιλόλογους και. θεολόγους, ρωτώντας τους για
παράδειγμα, τι πάει να πει «εσχάρα», «ληκώ» και «μίνθος»!..
Πάντως το παρόν ρυπαρογράφημα μπορεί να εξυπηρετήσει και. παιδαγωγικούς σκοπούς. Διότι η γνώση της αρχαίας χυδαιολογίας αποτελεί εν δυνάμει άλλον έναν τρόπο για να αγαπήσουμε και να μάθουμε τα αρχαία ελληνικά!...
Μια μικρή γεύση από τα "βρωμόλογα" :
Α
ΑΒΡΟΒΑΤΗΣ θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείο βάδισμα, κουνιστός [αβροβάτης = αβρός(τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ, εισέρχομαι)
ΑΒΡΟΒΟΣΤΡΥΧΟΣ θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείες κοτσίδες [ αβροβόστρυχος = αβρός(τρυφερός) + βόστρυχος (κοτσίδα)]
ΑΜΒΩΝ μουνόχειλο [ άμβων = ανά + βαίνω]
ΑΝΑΣΕΙΣΙΦΑΛΛΟΣ φιλήδονη γυναίκα που πιάνει και κουνάει το φαλλό [
ανασεισίφαλλος = ανασείω + φαλλός]
ΑΠΟΨΥΓΜΑ σκατό [απόψυγμα = αποψύχω (βγάζω κάτι έξω και το αφήνω να
κρυώσει]
ΑΡΟΤΟΣ γαμίσι [ άροτος = όργωμα]
Β
ΒΔΕΩ κλάνω [βδέω = βρωμάω]
ΒΛΗΧΩ μουνάκι [ βληχώ = βληχή (βέλασμα, αρνάκι μαλλιαρό)]
ΒΟΥΒΟΝΙΩ καυλώνω [ βουβονιώ = βόμβων (πρήξιμο, φούσκωμα)]
Γ
ΓΛΩΤΤΟΔΕΨΕΩ κάνω μαλάξεις με τη γλώσσα, γλείφω αιδοία [γλωττοδεψέω = γλώττα + δεψέω (κάνω μαλάξεις)]
ΓΟΓΓΥΛΗ βυζί [γογγύλη = ολοστρόγγυλη]
ΓΥΝΑΙΚΟΠΙΠΗΣ μπανιστιρτζής [ γυναικοπίπης = γυναίκα + οπιπτεύω]
Δ
ΔΕΛΦΥΣ γυναικείο αιδοίο [ δελφύς = βολβός (αγριοκρεμμύδα)]
ΔΙΔΥΜΟΣ αρχίδι [ δίδυμος = δις + δύο]
ΔΡΟΜΑΣ πόρνη του δρόμου [δρομάς = δρόμος]
Ε
ΕΔΡΟΣΤΡΟΦΟΣ κίναιδος που κουνάει τον κώλο του [εδρόστροφος = έδρα +
στρέφω]
ΕΣΧΑΡΑ γυναικείο αιδοίο [εσχάρα = από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω)]
ΕΥΠΥΓΟΣ γυναίκα με ωραίο κώλο [εύπυγος = ευ + πυγή ]
Κ
ΚΑΣΣΩΡΙΣ πόρνη [κασσωρίς = από το κάσις (αδελφός, εταίρος)]
ΚΙΝΟΥΡΗΣ αυτός που περπατά επιδεικνύοντας την ψωλή του [κίνουρης = κινέω
+ ουρά]
ΚΥΝΤΕΡΟΣ αναίσχυντος, θρασύς [κύντερος = από το κύων
ΚΥΩΝ πέος [ κύων = από το ρήμα κύω (γεννώ)]
Μ
ΜΑΝΙΟΚΗΠΟΣ γυναίκα που θέλει διαρκώς να γαμιέται [ μανιόκηπος = μανία + κήπος (μουνί)]
ΜΥΖΟΥΡΙΣ γυναίκα που βυζαίνει το πέος, πιπατζού [μύζουρις = μυζάω + ουρά (πέος)]
ΜΥΡΡΙΝΟΝ η τριχωτή περιοχή του αιδοίου [μυρρίνον = από το μύρρα (μυρτιά)]
Π
ΠΕΡΙΒΑΣΩ η γυναίκα που καβαλάει ερωτικά άνδρες[περιβασώ = περί + βαίνω]
ΠΗΘΙΚΑΛΩΠΗΞ άνθρωπος πανούργος [πιθηκαλώπηξ = πίθηκος = αλώπηξ]
ΠΟΣΘΩΝ άνδρας με μεγάλο πέος [ πόσθων = από το πόσθη(πέος)]
ΠΥΓΙΣΤΗΣ κωλομπαράς [πυγιστής = από την πυγή]
Ρ
ΡΩΠΟΠΕΡΠΕΡΗΘΡΑΣ άνδρας που εκτομίζει ακατάπαυστα βλακείες
[ρωποπερπερήθρας =(φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]